Η σημασία της άσκησης στην θεραπεία

pain kneeΈνας σαραντάχρονος άντρας παραπονιέται για πόνο στον ώμο κατά την εκτέλεση συγκεκριμένων κινήσεων, κυρίως όταν σηκώνει το χέρι του πάνω από το ύψος του ώμου. Η διάγνωση του ορθοπεδικού ιατρού είναι τενοντίτιδα στον υπερακάνθιο μυ και συνιστά στον ασθενή φυσικοθεραπείες. Η συνηθισμένη θεραπευτική οδός περιλαμβάνει αντιφλεγμονώδη, παγοθεραπεία, φυσικά μέσα και ξεκούραση.

Ο ασθενής, αφού ολοκληρώσει τον αριθμό των θεραπειών που του συνέστησε ο ιατρός νοιώθει καλύτερα, αλλά όχι τελείως καλά και συνεχίζει την καθημερινότητά του έχοντας λιγότερο μεν, αλλά συχνή δε, πόνο. Μια άλλη ασθενής, που ξεκίνησε πρόσφατα να τρέχει τρεις φορές την εβδομάδα, επισκέπτεται τον ορθοπεδικό αναφέροντας ότι έχει χρόνιο πόνο στο δεξί γόνατο, ιδιαίτερα μετά από τρέξιμο. Ο ιατρός της λέει ότι έχει μηριαίο-επιγονατιδικό σύνδρομο και συνιστά και πάλι θεραπείας. Μετά το πέρας της φυσικοθεραπείας, η συγκεκριμένη ασθενής ξεκινάει και πάλι την προπόνηση, κάνοντας το συνηθισμένο της πρόγραμμα. Όμως, μετα από τρείς προπονήσεις, ο πόνος εμφανίζεται ξανά, αναγκάζοντας την να σταματήσει και πάλι την άσκηση που τόσο αγαπά.

Τι κοινό έχουν αυτές οι δυο υποθετικές περιπτώσεις; Αν και οι λόγοι της επιμονής του πόνου μπορεί οφείλονται σε διαφορετικά αίτια, η πιο συχνή αιτία που παρατηρούμε είναι ότι μετά το πέρας των θεραπειών οι ασθενείς δεν ακολουθούν ένα καθοδηγούμενο πρόγραμμα εξειδικευμένης ενδυνάμωσης. Δεν κάνουν δηλαδή μετα-τραυματική άσκηση. Το είδος αυτό της άσκησης δεν είναι τίποτε άλλο από την φυσική συνέχεια της θεραπείας. Αποσκοπεί στην σταδιακή και προοδευτική ενδυνάμωση του τραυματισμένου μέλους (αλλά και του υπόλοιπου σώματος), έτσι ώστε να μπορέσει να αποκτήσει ξανά την λειτουργικότητά του μετά τον τραυματισμό. Οι ασκήσεις πρέπει να είναι προσεκτικά επιλεγμένες και να εκτελούνται με τρόπο, ώστε να δυναμώνουν τους μύες, χωρίς να τραυματίζουν το ευαίσθητο μέλος.

Ας δούμε τι σημασία μπορεί να έχει η μετα-τραυματική άσκηση στα παραδείγματα που αναφέραμε στην αρχή του άρθρου.

Στο πρώτο παράδειγμα του ώμου, μετά την βελτίωση του πόνου, απαιτείται εκγύμναση και ενδυνάμωση του παθόντα μυός, δηλαδή του υπερκανθιου, χρησιμοποιώντας στοχευμένες ασκήσεις με προοδευτικά αυξανόμενη ένταση. Κι αυτό γιατί, ο πόνος και η φλεγμονή δημιουργούν νευρολογικά προβλήματα και σχετικά ατροφία στον μυ (που σε χρόνιες περιπτώσεις πόνου μπορεί να είναι σημαντική), με αποτέλεσμα να αδυνατήσει τόσο, ώστε να μην μπορεί να αντέξει τα καθημερινά φορτία που του επιβάλλονται, συνεχίζοντας έτσι έναν αέναο κύκλο τραυματισμών. Επίσης, η αρχική αιτία του τραυματισμού είναι πιθανό να οφείλεται στην κακή κίνηση της ωμοπλάτης σε σχέση με τον βραχίονα, λόγω της χρόνιας αδυναμίας των ανάλογων μυών. Για παράδειγμα, ένας συνηθισμένος μηχανισμός κάκωσης του υπερακάνθιου μυός είναι η πρόσκρουσή του στο ακρώμιο της ωμοπλάτης κατά την άρση του χεριού πάνω από το ύψος του ώμου, δημιουργώντας έτσι συνεχή φθορά στον τένοντα. Ο ασθενής, περα από την ενδυνάμωση στον υπερκάνθιο, θα πρέπει να εστιάσει και στου υπόλοιπους μύες της ωμικής ζώνης (και όχι μόνο ) για να διορθωθεί η κίνηση της ωμοπλάτης και να εξαφανιστεί σταδιακά ο πόνος στον υπερακάνθιο.

Shoulder in pain

Στο δεύτερο παράδειγμα της κοπέλας που ταλαιπωρείται από πόνο στο γόνατο, πριν την επανέναρξη της προπόνησης, απαιτείται η ενδυνάμωση όχι μόνο του τετρακέφαλου, αλλά και όποιον άλλων μυών βρεθούν αδύναμοι μετά από αξιολόγηση (π.χ. οι μύες του πέλματος ή οι περονιαίοι), έτσι ώστε να μπορέσει να αντέξει τα

επιβαλλόμενα φορτία το γόνατο. Ένα άλλο πολύ σημαντικό σημείο που σχετίζεται με την ασφαλή επιστροφή του ασθενούς στην δράση, είναι ο σχεδιασμός του προγράμματος προπόνησης τις πρώτες μέρες μετά τον τραυματισμό. Ένα πολύ συνηθισμένο λάθος που παρατηρείται μετά από ένα επεισόδιο τραυματισμού, είναι ότι μόλις υποχωρήσει ή εξαφανιστεί ο πόνος, ο ασκούμενος ξεκινάει το πρόγραμμα του από εκεί που σταμάτησε, δηλαδή με την ίδια ένταση και όγκο προπόνησης που είχε πριν τραυματιστεί. Έτσι, εάν η κοπέλα πριν τραυματιστεί έτρεχε, για παράδειγμα, 30 λεπτά με ένταση 70% της μέγιστης ταχύτητάς της και μετά το πέρας της θεραπείας ξαναμπεί στην προπόνηση με αυτόν τον ρυθμό, τότε το πιο πιθανό είναι να ξανατραυματιστεί, μιας και το σώμα της θα έχει χάσει τις προσαρμογές που είχε πετύχει την στιγμή που σταμάτησε. Πριν φτάσει πάλι στο συγκεκριμένο επίπεδο προπόνησης, απαιτείται μια περίοδος επαναφοράς (retraining) η οποία θα περιλαμβάνει ασκήσεις ενδυνάμωσης για όλο το σώμα, τρέξιμο σε χαμηλότερη ένταση και μικρότερη διάρκεια για κάποιο χρονικό διάστημα και γενικά χαμηλότερης έντασης δραστηριότητες που θα της επιτρέψουν να προσαρμοστεί ξανά στους ρυθμούς της προπόνησης, χωρίς όμως κίνδυνο.

Συνοψίζοντας, η μετα-τραυματική άσκηση αποτελεί αναπόσπαστο και απαραίτητο κομμάτι της διαδικασίας της αποκατάστασης. Βασίζεται στην στενή συνεργασία του θεράποντος ιατρού, του φυσιοθεραπευτή και του εξειδικευμένου γυμναστή αποκατάστασης (rehabilitation specialist) οι οποίοι από κοινού θα σχεδιάσουν και θα επιβλέψουν το συνολικό πρόγραμμα και αποκατάστασης τους ασθενούς. Ο στόχος της θεραπευτικής ομάδας πρέπει να είναι η πλήρης και μακροχρόνια θεραπεία και η αυτονομία του ατόμου, μέσω της εκπαίδευσης του στις ορθές πρακτικές και την συνεχή επικοινωνία του με τους ειδικούς.

 

Κώστας Χατζηχρήστος, MEd, CSCS

Head Performance Specialist

CSKA Moscow

Performance22

Με την συμβολή της ιατρικής και φυσιοθεραπευτικής ομάδας του Perfomance22